συνοικήτωρ
συνοικήτωρ, a house-fellow
συνοικ-ήτωρ, ορος, ὁ,
- = foreg., ξ. ἐμοί A. Eu. 833.
συνοικήτωρ, ορος (ὁ) qui habite ou vit avec, Eschl. Eum. 833.
Étym. συνοικέω.
συνοικήτωρ, ορος, ὁ, ἡ, = συνοικητής, ἐμοί, Aesch. Eum. 797.
συνοικήτωρ, ορος, ὁ,
- a house-fellow, Aesch.