τερμινθίς Save Bailly 2024 Pape τερμινθίς, ίδος (ἡ) c. τερεβινθίνη, Nic. Al. 300. Étym. v. le suiv. τερμινθίς, ίδος, ἡ, bes. p. fem. zu τερεβίνθινος, Nic. Al. 299.