τομεῖον Save LSJ Bailly 2024 Pape τομ-εῖον, τό, = sq. I.3, Hp. ap. Gal. 19.146. τομεῖον, ου (τὸ) scalpel, Hpc. (Gal.). Étym. τομεύς. τομεῖον, τό, = τομεύς 2, Sp.