φοιτητήρ
φοιτητήρ, in her train
φοιτ-ητήρ, ῆρος, ὁ,
- = φοιτητής, Nonn. D. 4.270: as Adj., = φοιταλέος, φ. Ἔρωτες in her train, Coluth. 100.
φοιτητήρ, ῆρος (ὁ)
1 c. φοιτητής, Col. 99 ||
2 adj. c. φοιταλέος, Nonn. D. 4, 270.
φοιτητήρ, ῆρος, ὁ, = φοιτητής, Col. 99.