ἀνακαινίζω
ἀνακαινίζω, renew
- renew, τὸν πόλεμον Plu. Marc. 6, cf. App. Mith. 37: οἶκον Hsch.Mil. 4.33; revive legend, Str. 2.1.9: metaph., ἀ. εἰς μετάνοιαν Ep.Hebr. 6.6:—Pass., τῆς ἔχθρας ἀνακεκαινισμένης Isoc. 7.8; ὑποθέσεις Just. Nov. 111.1.
1 renovar
τὸν πόλεμον
τῆς Ἀρτέμιδος οἶκον ἀνεκαίνισεν
ἀνεκαίνισαν δὲ καὶ τὴν Ὁμηρικὴν τῶν Πυγμαίων γερανομαχίαν
trajeron de nuevo a colación la lucha homérica de los pigmeos con las grullasὑποθέσεις
• en v. pas.
τῆς ἔχθρας τῆς πρὸς βασιλέα πάλιν ἀνακεκαινισμένης
λύπη
ἀνεκεν(ί)σθι ὁ ναὸς ἱ ὑπεραγία (sic)
2 fig. en lit. crist. renovar espiritualmente por la penitencia
πάλιν ἀνακαινίζειν εἰς μετάνοιαν
ἀνακαινίσας ἡμᾶς ἐν τῇ ἀφέσει τῶν ἁμαρτιῶν
ἀνακαινισθῆναι· τουτέστι, καινὸν γενέσθαι
Strong 340
to renew: He 6:6 (Isocr., Plut.).†