ἀνακαινισμός
en lit. crist. renovación gener.
ὁ τῶν θεοπνεύστων ἀναγνωρισμὸς καὶ ἀνακαινισμὸς λογίων
ἀνακαινισμός (ὁ) c. le préc. Clém. 392.
ἀνακαινισμός, ὁ, das Erneuern, die Wiederherstellung, Clem.Al.
en lit. crist. renovación gener.
ὁ τῶν θεοπνεύστων ἀναγνωρισμὸς καὶ ἀνακαινισμὸς λογίων