ἀνακαίνισις
ἀνακαίνισις, a making new, renewal
ἀνακαίν-ισις, εως, ἡ,
- a making new, renewal, Suid.
renovación espiritual del hombre por el Verbo
τὴν ταύτης (κτίσεως) ἀνακαίνισιν
ἀνακαίνισιν δεχόμενος τῆς ὅλης αὐτοῦ καταστάσεως
κατάλυσις
ἀνακαίνισις βίου
ἀνακαίνισις, εως (ἡ) [νῐ] renouvellement, Naz. Or. 7, t. 1, p. 784b.
ἀνακαίνισις, ἡ, das Erneuern, die Wiederherstellung, Sp.