ἀνεπεξέργαστος
ἀνεπεξέργαστος, not wrought out, imperfect
ἀνεπ-εξέργαστος, ον,
- not wrought out, imperfect, Simp. in de An. 4.13, Eust. 499.2.
imperfecto
δύναμίς τε καὶ οὐσία
ἀνεπεξεργάστοις χρῆται παραβολαῖς