ἀνεπιβάρητος
ἀνεπιβάρητος, unburdened
ἀνεπι-βάρητος, ον,
- unburdened, πόλις IGRom 4.219 (Ilium), cf. IG 7.2711, SIG 799.16 (Cyzicus), Ath.Mitt. 33.382 (Pergam.).
que no paga tributo, exento de tributos
πόλις
ἀνεπιβαρήτους καὶ τὰς πόλεις καὶ τὸ κοινὸν καὶ ἐν τῇ ἐξόδῳ καὶ ἐν τῇ πρεσβείᾳ φυλάξας