ἀνεπερώτητος
ἀνεπερώτητος, not asked for
ἀνεπ-ερώτητος, ον,
- not asked for or arranged for, τὸ μὴ προσήκειν ἀ. τρέχειν τόκον Just. Nov. 136.4.
no estipulado
τόκος