ἀνεπιτρέπτως
ἀνεπιτρέπτως, without permission
ἀνεπι-τρέπτως, Adv.
- without permission, LXX 3 Ma. 1.20.
ἀν·επιτρέπτως, adv. sans permission, Spt. 3 Macc. 1, 20.
Étym. ἀν-, ἐπιτρέπω.
ἀνεπιτρέπτως, without permission