ἀνεπιτρόπευτος
ἀνεπιτρόπευτος, without guardian
ἀνεπι-τρόπευτος, ον,
- without guardian, Ph. 1.219: metaph., ib. 696, cf. Gal. Nat.Fac. 2.3:— also ἀνεπί-τροπος, ον, Phryn. PS p.12 B.
no controlado
νέοι
ἀνεπιτρόπευτα ... αὐτὰ καὶ τέχνης καὶ προνοίας ἔρημα
ἀν·επιτρόπευτος, ος, ον, non surveillé, non contrôlé, Phil. 2, 90 et 232.
Étym. ἀν-, ἐπιτροπεύω.