ἀντακολουθέω
ἀντακολουθέω, to be reciprocally implied
ἀντᾰκολουθ-έω,
- to be reciprocally implied, of the virtues, Chrysipp.Stoic. 3.72, cf. S.E. P. 1.68 (abs.); ἀ. ἀλλήλαις αἱ εὐφύειαι Anon. in Tht. 11.16; οὐδὲ ἀ. ἀλλήλαις [ἀκμὴ καὶ λαμπρότης] Hermog. Id. 1.10, cf. Them. in Ph. 150.29.
estar recíprocamente implicado c. dat. ἀλλήλοις, -αις:
τὰς δὲ ἀρετὰς ... ἀ. ἀλλήλαις
ἀλλήλαις αἱ εὐφύειαι
διὸ οὐδὲ ἀντακολουθοῦσιν ἀλλήλαις, ἀλλ' ἡ μὲν ἀκμὴ πάντως ἔχει τι καὶ λαμπρότητος
ἀλλήλοις ἀντακολουθεῖ τὰ νῦν καὶ ὁ χρόνος
• abs.
τῶν ἀρετῶν ἀντακολουθουσῶν
ἀντ·ακολουθέω-ῶ [ᾰκ] suivre à son tour, dat. Chrysipp. (Plut. M. 1046e) ; DL. 7, 125.
ἀντακολουθέω, dagegen, gegenseitig folgen, Sp.