ἀνταλλακτέον
ἀνταλλακτέον, one must give in exchange
ἀνταλλα-κτέον,
- one must give in exchange, τινός for a thing, D. 19.223.
hay que cambiar
οὐκ ἀ. εἶναί μοι τὴν πρὸς ὑμᾶς φιλοτιμίαν οὐδενὸς κέρδους
ἀνταλλακτέον, vb. d’ἀνταλλάσσω, Dém. 410, 20.