ἀνταλλαγή
ἀνταλλαγή, exchanging, exchange, barter
ἀνταλλᾰγ-ή, ἡ,
- exchanging, exchange, barter, Gloss., Simp. in Ph. 1350.32.
cambio
ἀντιπερίστασις δέ ἐστιν, ὅταν ἐξωθουμένου τινὸς σώματος ὑπὸ σώματος ἀ. γένηται τῶν τόπων
ὢ τῆς γλυκείας ἀνταλλαγῆς
ἀνταλλαγή, ἡ, der Umtausch.