ἀνταλλάκτης
ἀνταλλάκτης, one who requites
ἀνταλλά-κτης, ου, ὁ,
- one who requites, τῶν κακῶν Phld. Mort. 17 (pl.).
el que devuelve
τῶν κακῶν
ἀνταλλάκτης, one who requites
el que devuelve
τῶν κακῶν