ἀποίκιλος
ἀποίκιλος, unadorned, simple
ἀποίκῐλος, ον,
- unadorned, simple, ἀληθείας στολή Ph. 1.369, al.; homogeneous, σῶμα ὁμοιομερὲς καὶ ἀ. Plot. 6.7.13, cf. Iamb. VP 23.103. Adv. -λως Vett.Val. 343.36.
1 simple, sin adorno
ἡ ἀ. ἀληθείας ... στολή
ἁπλοῦς ὁ στίχος ... καὶ ἀ.
ἀ. παράδοσις
• homogéneo
σῶμα ὁμοιομερές τι καὶ ἀ.
2 adv. -ως de manera simple
ἡ φύσις ... δημιουργεῖ ἡρέμα τὰ πάντα ... καὶ ἀ.
ἀ·ποίκιλος, ος, ον [ῐ] sans variété, Phil. 1, 369, etc.
Étym. ἀ, ποικίλος.
ἀποίκιλος, nicht bunt, einfach, Iambl.