ἀποικονόμησις
ἀποικονόμησις, getting rid of
ἀποικονόμ-ησις, εως, ἡ,
- getting rid of a thing, Cass. Pr. 70.
acción de quitarse de encima, descarga, evacuación
ἐπὶ τῶν ῥοωδῶς πυρεσσόντων, διαφορήσεως οὔσης καὶ ἀποικονομήσεως ..., θερμασία τις ἐπιφαίνεται
ἀποικονόμησις, εως (ἡ) action d’écarter de sa maison ou d’écarter en gén. Cass. Probl. 70.
ἀποικονόμησις, ἡ, das Verbrauchen, Sp.