About Report a problem

Menu

ἀποικτίζομαι

ἀποικτίζομαι, to complain loudly of

ἀποικτίζομαι,
  • complain loudly of a thing, πρὸς πατέρα ἀποικτίζετο τῶν . . ἤντησε (sc. ταῦτα ὧν ἤντησε) Hdt. 1.114.

Saved

Recent