ἀποικονόμητος
ἀποικονόμητος, to be got rid of
ἀποικονόμ-ητος, ον,
- to be got rid of, Arr. Epict. 4.1.44.
que ha de ser rechazado
ὅτι παντὶ τρόπῳ ἀ. ἐστίν (sc. τὸ κακόν)
ἀποικονόμητος, ος, ον, qu’il faut écarter, Arr. Epict. 4, 1, 44.