ἀποτρεπτέον
ἀποτρεπτέον, one must turn away, divert
ἀποτρεπ-τέον,
- one must turn away, divert, Arist. Rh.Al. 1425a35; τὴν ὄρεξιν ἐπὶ τὰ λιτά Plu. Sanit. 2.125d.
- 2 -τέος, α, ον, to be diverted, ῥεύματα Gal. 16.152.
hay que evitar
γίνεσθαι μὲν οὖν πόλεμον μέλλοντα ἐκ τούτων ἀποτρεπτέον
ἐπὶ τὰ λιτά ... τὴν ὄρεξιν