ἀποκρέμασις
ἀποκρέμασις, hanging down
ἀπο-κρέμᾰσις, εως, ἡ,
- hanging down, Aët. 3.7.
colgajo, lo que cuelga
κατὰ τὴν ἔκπτυξιν τῶν σκελῶν τε καὶ τὴν ἀποκρέμασιν
ἀποκρέμασις, εως (ἡ) [μᾰ] suspension, Aét. 3, 48.
Étym. ἀποκρεμάννυμι.