ἀποκρεμάζω Save LSJ DGE ἀπο-κρεμάζω, = ἀποκρεμάννυμι, Suid. s.v. Ὑπέρβολον. ἀποκρεμάζω colgar tr. βάρος ἀπὸ τῶν τραχήλων ἀπεκρέμαζον Sud.s.u. ὑπέρβολον.