ἀποκρεμάω
ἀπο-κρεμάω,
- = ἀποκρεμάννυμι, Arist. HA 540b26, Luc. Asin. 30.
colgar
τοῦτο δεσμῷ περισφίγξας ἀπεκρέμα ... ἐκ τῆς οὐρᾶς
• fig. hacer depender de
πάντας ἀποκρεμόωσα (la justicia) φίλων ἰθύφρονας ἔργων
• en v. pas. estar colgado, pender
ἔχειν ἀποκρεμώμενα ἄττα δύο
ἀποκρεμώμενον τὴν ῥῖνα
de nariz aguileña
ἀποκρεμάω-ῶ, fut. att. d’ἀποκρεμάννυμι, ou prés. (Luc. As. 30) c. ἀποκρεμάννυμι.