ἀπόφθεγκτος
ἀπόφθεγκτος, voiceless
ἀπό-φθεγκτος, ον,
- = ἄφθεγκτος, E. IT 951.
ἀπό·φθεγκτος, ος, ον, à qui l’on ne parle pas, Eur. I.T. 951.
Étym. ἀ. φθέγγομαι.
ἀπόφθεγκτος, sprachlos, Eur. I.T. 951.
ἀπόφθεγκτος
- = ἄφθεγκτος, Eur.