ἀποφηληκίζω Save LSJ DGE ἀποφηληκίζω: ἀποπλανάω, AB 439, Suid. ἀποφηληκίζω 1 ἀποπλανάω AB 439. 2 ἀποφηληκίζει· βιάζεται Et.Gen.1036.