ἀτημελία Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀτημελ-ία, poet. ἀτημελίη, ἡ, = ἀτημέλεια, A.R. 3.830. *ἀτημελία, seul. ion. ἀτημελίη, ης (ἡ) négligence, A. Rh. 3, 830. Étym. ἀτημελής. ἀτημελία, ἡ, = ἀτημέλεια, Ap.Rh. 3.830.