ἀτηρία
ἀτηρία, mischief, evil
ἀτηρία [ᾱ], ἡ,
- mischief, evil, Pl.Com. 182, X. Mem. 3.5.17 (v.l. ἀπειρία).
daño, perjuicio
ἀτηρία καὶ κακία τῇ πόλει ἐμφύεται
ἀτηρία, mischief, evil
daño, perjuicio
ἀτηρία καὶ κακία τῇ πόλει ἐμφύεται