ἀτρόμητος
ἀτρόμητος, fearless
ἀτρόμ-ητος, ον, = sq., B. 12.123, AP 6.256 (Antip.).
que no tiembla, intrépido
Νηρῇδος ἀ. υἱός
ἀτρόμητος, ος, ον, c. ἄτρομος, Anth. 6, 256.
Étym. ἀτρομέω.
ἀτρόμητος, = ἄτρομος, Antip.Sid. 40 (VI.256).