About Report a problem

Menu

ἁτροπάμπαις

ἁτροπάμπαις, παιδος,
  • dub. sens. in IG 5(1).278,279 (Sparta); cf. πρατοπάμπαις. (ἁτρο- perh. = ἁδρο- ‘mature’, cf. Βατρόμιος: Βαδρόμιος.)

Saved

Recent