ἄτριχος
ἄτριχος, without hair
ἄτρῐχος, ον,
- = ἄθριξ, without hair, Call. Dian. 77, Gal. 4.572.
- 2 Subst., serpent, Hes. Fr. 96.91.
- 3 preventing the growth of hair, Aët. 1.19.
I carente de pelo o vello, no velludo, lampiño
τὸ δὲ ἄτριχον ... στέρνοιο μένει μέρος
ἄτριχοι ... τὸ σύμπαν γίνονται σῶμα
εἴ τι ἄλλο ἄτριχον τῶν προσώπων
II subst.
1 ὁ ἄ. la sin pelo, serpiente
ὅτε τ' ἄ. οὔρεσι τίκτει ... ἐν κευθμῶνι τρίτῳ ἔτει τρία τέκνα
2 τὸ ἄ. depilatorio
λέγεται δὲ ὁ χυλὸς τὰς πόας ἄτριχον εἶναι
γονὴ καὶ ἄζως
1 ἄτριχος, ἄτριχες, v. ἄθριξ.
2 ἄ·τριχος, ος, ον [ῐ]
1 sans cheveux, Nonn. D. 3, 392 ||
2 sans poils, Call. Dian. 77.
Étym. cf. ἄθριξ.
ἄτριχος, haarlos, Callim. Dian. 77 ; πρόσωπα Aesop. 149.