ἄησις
ἄησις, a blowing
ἄησις, εως, ἡ, (ἄημι)
- = ἄημα, blowing, E. Rh. 417, cf. Fr. 781.46.
1 soplo E.Rh.417, Fr.781.46.
2 invierno
ἐν τοῖσδ' ἄησιν καὶ θέρος διέρχομαι
ἄησις, εως (ἡ) souffle, Eur. Rhes. 417.
Étym. ἄημι.
ἄησις, ἡ, das Wehen, Eur. Rhes. 417.
ἄησις
ἄημι
- a blowing, Eur.