ἐγκατάντλησις
ἐγκατάντλησις, washing over
ἐγκατάντλ-ησις, εως, ἡ,
- washing over, Hp. Decent. 8.
medic. afusión, lavatorio
μελετᾶν δὲ χρὴ ἐν ἰητρικῇ ταῦτα ... περὶ ... ἐγκαταντλήσιος
ἐγκατάντλησις, εως (ἡ) fomentation, Hpc. 24, 14.
Étym. ἐγκαταντλέω.
ἐγκατάντλησις, ἡ, das Hineinschöpfen, Hippocr.