ἐγκατανωτίζομαι
ἐγκατανωτίζομαι, to be backed
ἐγκατα-νωτίζομαι,
- to be backed, μέρεσι ἱππείοις Tz. H. 6.965.
montar o llevar sobre la espalda
οὗτος ἐγκατανωτιζόμενοις μέρεσι τοῖς ἱππείοις τοὺς μαθητάς
del centauro Quirón