ἐγκατάξηρος Save ἐγκατάξηρος, dry LSJ DGE ἐγκατά-ξηρος, ον, dry, opp. κάθυγρος, γῆ Gp. 2.13 tit. ἐγκατάξηρος -ον árido, seco γῆ op. κάθυγρος Gp.2.13 tít.