ἐγκαταπαίζω
ἐγκαταπαίζω, mock at
ἐγκατα-παίζω,
- mock at, τινί LXX Jb. 40.14(19).
burlarse c. dat.
παντοίων ... κακῶν σεσωρευμέναις γυναιξίν
• en v. pas. ser ridiculizado
πεποιημένον ἐγκαταπαίζεσθαι ὑπὸ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ
ἐγ·καταπαίζω (seul. prés.) se jouer de, dat. Spt. Job 40, 14 ; 41, 24 ; Chrys. 1, 950.
Étym. ἐν. κ.
ἐγκαταπαίζω, (παίζω), verspotten, Sp.