Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπλατία
ἐμπλατία, cake
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμπίστευτος
ἐμπιστεύω
ἐμπιστῆρας μύθων
ἔμπιστος
ἐμπίτνω
ἐμπιτυάζομαι
ἐμπιτυάζω
ἐμπίφρημι
ἐμπλ-
ἐμπλάζω
ἐμπλακείς
ἐμπλανάομαι
ἔμπλασις
ἔμπλασμα
ἐμπλάσσω
ἐμπλαστέον
ἐμπλαστή
ἐμπλαστικός
ἐμπλαστός
ἔμπλαστος
ἐμπλάστριον
ἔμπλαστρον
ἐμπλαστροποιΐα
ἔμπλαστρος
ἐμπλαστρόω
ἐμπλαστρώδης
ἐμπλαστώδης
ἐμπλατειάζω
ἐμπλατειάσασα
ἐμπλατής
ἐμπλατία
ἐμπλάττω
ἐμπλατύνω
ἔμπλατυς
ἐμπλέγδην
ἔμπλεγμα
ἔμπλειος
ἐμπλείω
ἐμπλέκτης
ἔμπλεκτον
ἔμπλεκτος
ἐμπλέκτρια
ἐμπλέκω
ἔμπλεξις
ἐμπλεονάζω
ἔμπλεος
ἐμπλεύρια
ἐμπλευρόομαι
ἔμπλευρος
ἐμπλευρόω
ἐμπλέω
ἔμπλεως
ἐμπλήγδην
ἐμπληγής
ἔμπληγος
ἐμπλήδην
ἐμπληθής
ἐμπλήθομαι
ἐμπληθύνομαι
ἐμπληθύνω
ἐμπλήθω
…
ἐμπλατία
Save
ἐμπλατία, cake
LSJ
ἐμπλατία, Arc.
ἰμπ-
, ἡ,
a kind of
cake,
IG
5(2).4 (iv B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}