ἔμπλεγμα
ἔμπλεγμα, plait
ἔμπλεγ-μα, ατος, τό,
- plait: ἐ. γυναικεῖα Artem. 4.83.
trenzado
ἐμπλέγματα γυναικεῖα
τὰ τῆς ἑταιριζομένης ἐμπλέγματα ἢ ἐνδύματα
ἔμπλεγμα, ατος (τὸ) objet enlacé, tressé, Artém. 4, 83 ; Chrys. 4, 159.
Étym. ἐμπλέκω.
ἔμπλεγμα, τό, Verflechtung, Artem. 4.83.