ἐμπληγής
ἐμπληγής, mad, rash
ἐμπληγ-ής, ές,
- = ἔμπληκτος, mad, rash, ἀφροσύνῃ Nic. Al. 159.
loco
οἱ μέν τ' ἀφροσύνῃ ἐμπλεγέες
ἐμπληγής, ής, ές, c. ἔμπληκτος, Nic. Al. 159.
Étym. ἐμπλήσσω.
ἐμπληγής, ές, = ἔμπληκτος, Nic. Al. 159.