ἔμπλειος
ἔμπλειος, v. ἔμπλεος.
ἔμπλειος, v. ἔμπλεος.
ἔμπλειος, poet. = ἔμπλεος, Od. 18.118 u. öfter, wie Theocr. 25.207 ; auch ἐνίπλειος.
ἔμπλειος
-η, -ον
[ἐμ-, ἐν- 6 + πλεῖος.]
Also ἐνίπλειος Od. 14.113, Od. 17.300, Od. 19.580, Od. 21.78.
With genit., filled with, full of: οἴνου Od. 14.113. Cf. Od. 18.119, Od. 19.580 = Od. 21.78, Od. 20.26, Od. 22.3.
Infested with: κυνοραιστέων Od. 17.300.
ἔμπλειος and ἐνί - πλειος: filled with, full. (Od.)