ἐμπληθής
ἐμ-πληθής, ές,
- = ἔμπλεος, Nic. Th. 948.
1 lleno de c. gen.
ἁλός τ' ἐμπληθέα κύμβην
• de pers. ahíto, empachado
ὁ ... βασιλεὺς ... γενόμενος ἐ. ἐκλίνετο
2 obeso Io.Ant.Fr.Hist.160.1, 172.20.
ἐμπληθής, ής, ές, c. ἔμπλεος, Nic. Th. 948.
ἐμπληθής, ές, angefüllt, Nic. Th. 948.