ἐμπληκταδοῦς Save LSJ DGE ἐμπληκτᾰδοῦς, ὁ, = ἔμπληκτος, coined by Eust. 971.43. ἐμπληκταδοῦς -οῦ, ὁ estúpido palabra acuñada sobre ἔμπληκτος por Elio Dionisio como ἀνεψιαδοῦς sobre ἀνεψιός Eust.971.43.