Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπλήσατο
Autenrieth Homer
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἔμπλευρος
ἐμπλευρόω
ἐμπλέω
ἔμπλεως
ἐμπλήγδην
ἐμπληγής
ἔμπληγος
ἐμπλήδην
ἐμπληθής
ἐμπλήθομαι
ἐμπληθύνομαι
ἐμπληθύνω
ἐμπλήθω
ἐμπληκταδοῦς
ἐμπληκτικός
ἔμπληκτος
ἐμπλήκτως
ἐμπλήμενος
ἐμπλήμην
ἐμπλημμυρέω
ἔμπλην
ἔμπληντο
ἐμπληξία
ἔμπληξις
ἐμπληροφορέομαι
ἐμπληρόω
ἐμπλήρωμα
ἐμπλήρωσις
ἐμπλῆσαι
ἐμπλήσας
ἐμπλήσατο
ἔμπλησις
ἐμπλήσκομαι
ἔμπλησμα
ἐμπλήσμιος
ἐμπλήσσω
ἐμπληστέος
ἔμπλητο
ἐμπλήττω
ἐμπλοκή
ἐμπλόκια
Ἐμπλόκια
ἐμπλόκιον
ἐμπλόκως
ἔμπλουμος
ἐμπλύνω
ἐμπλώω
ἐμπνείω
ἐμπνευματίζω
ἐμπνευματικός
ἐμπνευματοποιέομαι
ἐμπνευματόω
ἐμπνευματώδης
ἐμπνευμάτωσις
ἐμπνευματωτικός
ἔμπνευσις
ἐμπνευστής
ἐμπνευστικά
ἐμπνευστικὰ
ἐμπνευστικός
ἐμπνευστός
…
ἐμπλήσατο
Save
Autenrieth Homer
ἐμπλήσατο : see ἐμπίμπλημι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}