Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπλήσκομαι
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμπλέω
ἔμπλεως
ἐμπλήγδην
ἐμπληγής
ἔμπληγος
ἐμπλήδην
ἐμπληθής
ἐμπλήθομαι
ἐμπληθύνομαι
ἐμπληθύνω
ἐμπλήθω
ἐμπληκταδοῦς
ἐμπληκτικός
ἔμπληκτος
ἐμπλήκτως
ἐμπλήμενος
ἐμπλήμην
ἐμπλημμυρέω
ἔμπλην
ἔμπληντο
ἐμπληξία
ἔμπληξις
ἐμπληροφορέομαι
ἐμπληρόω
ἐμπλήρωμα
ἐμπλήρωσις
ἐμπλῆσαι
ἐμπλήσας
ἐμπλήσατο
ἔμπλησις
ἐμπλήσκομαι
ἔμπλησμα
ἐμπλήσμιος
ἐμπλήσσω
ἐμπληστέος
ἔμπλητο
ἐμπλήττω
ἐμπλοκή
ἐμπλόκια
Ἐμπλόκια
ἐμπλόκιον
ἐμπλόκως
ἔμπλουμος
ἐμπλύνω
ἐμπλώω
ἐμπνείω
ἐμπνευματίζω
ἐμπνευματικός
ἐμπνευματοποιέομαι
ἐμπνευματόω
ἐμπνευματώδης
ἐμπνευμάτωσις
ἐμπνευματωτικός
ἔμπνευσις
ἐμπνευστής
ἐμπνευστικά
ἐμπνευστικὰ
ἐμπνευστικός
ἐμπνευστός
ἐμπνέω
ἐμπνίγομαι
…
ἐμπλήσκομαι
Save
DGE
ἐμπλήσκομαι
llenarse
,
saciarse
c. gen.
μὴ ἐμπλήσκεσθαί σε τοῦ ἄρτου
T.Iob
24.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}