ἐμπλύνω
lavar en c. dat.
ἐμπλύνοντας ... ταῖς φιάλαις τὸ πρόσωπον τὸ αὑτῶν
ἐμ·πλύνω [ῡ] laver dans, Clém. 1, 428 Migne.
Étym. ἐν, πλ.
ἐμπλύνω, (πλύνω), darin waschen, Clem.Al.
lavar en c. dat.
ἐμπλύνοντας ... ταῖς φιάλαις τὸ πρόσωπον τὸ αὑτῶν