ἐμπνευματωτικός
ἐμπνευματωτικός, causing flatulence
ἐμπνευμᾰτ-ωτικός, ή, όν,
- causing flatulence, Dsc. 5.6.
medic. que causa flatulencia
ὁ δὲ νέος (οἶνος) ἐ.
δυσδιοίκητα καὶ ἐμπνευματωτικά
de alimentos dulces
ἐμπνευματωτικός, ή, όν, blähend.