Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπνευστής
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμπλήρωμα
ἐμπλήρωσις
ἐμπλῆσαι
ἐμπλήσας
ἐμπλήσατο
ἔμπλησις
ἐμπλήσκομαι
ἔμπλησμα
ἐμπλήσμιος
ἐμπλήσσω
ἐμπληστέος
ἔμπλητο
ἐμπλήττω
ἐμπλοκή
ἐμπλόκια
Ἐμπλόκια
ἐμπλόκιον
ἐμπλόκως
ἔμπλουμος
ἐμπλύνω
ἐμπλώω
ἐμπνείω
ἐμπνευματίζω
ἐμπνευματικός
ἐμπνευματοποιέομαι
ἐμπνευματόω
ἐμπνευματώδης
ἐμπνευμάτωσις
ἐμπνευματωτικός
ἔμπνευσις
ἐμπνευστής
ἐμπνευστικά
ἐμπνευστικὰ
ἐμπνευστικός
ἐμπνευστός
ἐμπνέω
ἐμπνίγομαι
ἐμπνίγω
ἐμπνοή
ἔμπνοια
ἐμπνοίησις
ἔμπνοος
ἔμπνους
ἐμπνύνθη
ἐμπνῦσθαι
ἔμπνυτο
ἐμποδεία
ἐμποδέω
ἐμποδιζομένως
ἐμποδίζω
ἐμπόδιος
ἐμπόδισις
ἐμπόδισμα
ἐμποδισμός
ἐμποδιστέον
ἐμποδιστής
ἐμποδιστικός
ἐμποδόομαι
ἔμποδος
ἐμποδοστατέω
ἐμποδοστάτης
…
ἐμπνευστής
Save
DGE
ἐμπνευστής
-οῦ, ὁ
órgano
instrumento musical de aire, Eust.1157.47.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}