ἐμπνευματώδης Save DGE Bailly 2024 ἐμπνευματώδης -ες medic. flatulento Androm. en Gal.13.982. ἐμ·πνευματώδης, ης, ες [ᾰ] qui donne des vents, Diosc. 5, 10. Étym. ἐν, πνεῦμα, -ωδης.