ἐμποιητικός
ἐμποιητικός, productive of
- productive of a thing in, ἄλλοις τῶν τοιούτων λόγων Arist. Metaph. 1025a4; πάθους S.E. M. 7.191; δασείας A.D. Pron. 78.11, cf. Andronic.Rhod.p. 572 M., Antyll. ap. Orib. 6.7.1.
que produce, que causa, que provoca c. gen.
ὁ ἄλλοις ἐ. (ἄνθρωπος) τῶν τοιούτων λόγων
el (hombre) que introduce en los demás tales razonamientos (falsos)φόβος ἐ. ἐναντίων ἐλπίδων
ἡ ἀφαίρεσις τοῦ σ̅ ἐν δευτέροις δασείας ἐστὶν ἐμποιητική
ἡ λαλιὰ κεφαλῆς ... ἔχει τι ... βάρους ἐμποιητικόν
στρατιὰ ... ὡς δακρύων τοῖς ἁλοῦσιν ἐμποιητική
δίκης
• neutr. subst.
τὸ ἐ. τοῦ πάθους
ἐμποιητικὰ πλάδου