ἐμφράσσω
ἐμφράσσω, to block up
- bar a passage, stop up, block up, τὸ μεταξύ Th. 7.34; τοὺς ἔσπλους Id. 4.8; ἐ. συγκλείουσά τε Pl. Ti. 71c; ἐ. τὸ στόμα D. 19.208; ἐ. τὰς ὁδοὺς τῶν ἀδικημάτων Lycurg. 124.
- 2 bar the passage of, stop, τὰς κατὰ σοῦ τιμωρίας Aeschin. 3.223; πᾶσαν παρείσδυσιν Epicur. Sent. Vat. 47 ( = Mctrod.49); τὰς βοηθείας D.S. 14.56; τὴν περὶ τὰ αἰσθητήρια ἀκρίβειαν Ph. 1.246; τὴν φωνήν Plu. Exil. 2.606d.
- 3 Med. in act. sense, Nic. Al. 191.
- II stuff in, φύλλα εἰς τὰς ὀπάς (v.l. φύλλοις τὰς ὀ.) Gp. 13.5.3; τινί τι v.l. in Nic. Th. 79 (Med.).
A tr.
I
1 c. ac. de lugar bloquear, cerrar, obstruir
ἐμφράττειν τῇ ὕλῃ καὶ τὰ δύσορμα
cerrar con madera hasta los pasos más difíciles en una trampaτὰς ἀρχάς (τῶν κραδῶν)
Ποτίδαια ἐν τῷ μέσῳ τὸν ἰσθμὸν ἐμφράττουσα
ὁδούς
ἐμπεφραγμένων τῶν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν πόρων
• frec. c. suj. de ejércitos
τοὺς ἔσπλους τοῦ λιμένος ἐμφάρξαι
αἱ δὲ νῆες τὸ μεταξὺ εἶχον ἐμφάρξασαι
τὰ στενά
• c. ac. de ríos, fuentes, etc. o su lugar de paso
ἔκρηγμα
ὑπόνομον ... ἐνέφραξαν ὕλῃ καὶ λίθοις
τοὺς τῆς πηγῆς πόρους
τὰ στόματα αὐτῶν ἐμφράττει ... ἡ χοῦς
ποταμούς
τὸν διὰ μέσου πόρον
ῥεῖθρον
χάσμα
del paso de un ríoτὰ ὕδατα τῶν πηγῶν
ἕνα ὑδραγωγόν
ἐμφραχθείσης τῆς ἀπορροίας
• fig.
τὰς ὁδοὺς τῶν ἀδικημάτων
τὰς παρόδους τῆς πολυπραγμοσύνης
2 tapiar, bloquear puertas y ventanas, esp. con ladrillos, condenar, cegar
(τὸν πυλῶνα)
τὴν θύραν
ὥσπερ παρόδιοι θυρίδες ἐμφραγεῖσαι
οἰκία ἐνπεφραγμένη
casa condenada, e.e. con puertas y ventanas condenadas
3 ref. al habla cerrar
τοῦτο ... ἐμφράττει τὸ στόμα
ἐνεφράγη στόμα λαλούντων ἄδικα
τοῦ στόματος αὐτοῖς ἐμφραττομένου χρυσίῳ
• trabar
τὰς γλώσσας ἡμῶν ἐμφράξοντες
II medic.
1 bloquear, obturar, opilar c. ac. del conducto u órgano
τὰς διεξόδους
τοὺς πόρους
χρὴ ... ἀπέχεσθαι τῶν ἐμφραττόντων ἐδεσμάτων
es preciso abstenerse de los alimentos que obstruyenἐμφραχθείσης δὲ τῆς κάτω κοιλίης
ἡ ὁδὸς τῆς γονῆς ἐμπέφρακται
συμβαίνει ἀφωνία διὰ τὸ ἐμφράττεσθαι τὸν τοῦ πνεύματος πόρον
τὰ ὦτα
στενουμένης τῆς φάρυγος, ἐμφράττεσθαι δοκεῖ
• en v. med. mismo sent.
πνιχμὸς ἴσθμια ... ἐμφράσσεται
un ahogo bloquea el istmo de la faringe
2 en v. pas., c. ac. de rel. sufrir obstrucción de
ἐμφραχθεὶς αὐτὰ τὰ ὄργανα τῆς φωνῆς
III ref. procesos y gener. c. ac. de abstr. impedir, obstaculizar
ταῖς αἰτίαις ἐνέφραξας τὰς κατὰ σαυτοῦ τιμωρίας
mediante las acusaciones has impedido las penas contra tiβοηθείας
στόλους
τῶν βαρβάρων τὴν ὁρμήν
τὴν φωνήν
τὴν ἀκοήν
αἰσθήσεις
ἐμφράττει τῷ θηρίῳ τὸ ἆσθμα
impide la respiración al animalοἱ λόγοι
αἱ αἰσθήσεις
ἐμφραγέντος αὐτοῦ τῇ χιόνι
impedido (de andar) por causa de la nieveτὰς ἀναπνοὰς ἐμφραττομένοις
impedidos de respirar
IV
1 rellenar
ῥοδοδάφνης φύλλοις τὰς ὀπὰς ἐμφράττουσιν
• en v. med. meter
τὰ δὲ ἐμφράξαιο χεείαις
otras mételas en los agujeros
2 milit. recubrir, proteger
τὰς μέσας χώρας τῶν παραστατῶν καὶ μεσοστατῶν ἐμπεφραγμένας οὔσας
B intr., en v. med.-pas., medic.
1 constituir un obstáculo, obstrucción o retención
διεξελθόντα τὸν λίθον ... ἐμφραγέντα
el cálculo al salir provocando obstrucción(λίθος) ἢν δὲ ἐμφραχθῇ κοτε τῇ κοιλίῃ
ὁ χυμὸς ... ἐμφράττεται δυσαπολύτως
τὰ οὖρα ἐμφράττεται
la orina queda retenidaλεπτύνει τὰ ἐμπεφραγμένα
disuelve la obturación
2 servir de tapón
πρὸς τὰς ἐκ μυκτήρων αἱμορραγίας ἐμφρασσομένη ἡ πόα ἁρμόζει
la hierba es buena como tapón en las hemorragias de la nariz
- to block up, Thuc.